Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tamarind
01
ταμαρίνδο, καρπός ταμαρίνδου
a tropical seed pod that bears very acidic and brown fruits, used in Asian cuisine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The natural tanginess of tamarind adds a unique twist to sauces, marinades, and soups.
Η φυσική ξινή γεύση του ταμαρίνδου προσθέτει μια μοναδική πινελιά σε σάλτσες, μαρινάδες και σούπες.



























