to talk out of
talk
tɔ:k
tawk
out
aʊt
awt
of
əv
ēv

Ορισμός και σημασία του "talk out of"στα αγγλικά

to talk out of
01

αποτρέπω, πείθω να μην κάνει κάτι

to advise someone against doing something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks out of
ενεστώτα μετοχή
talking out of
απλός αόριστος
talked out of
παθητική μετοχή
talked out of
Παραδείγματα
She talked him out of quitting his job. 

Τον έπεισε να μην παραιτηθεί από τη δουλειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store