Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk out of
01
αποτρέπω, πείθω να μην κάνει κάτι
to advise someone against doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks out of
ενεστώτα μετοχή
talking out of
απλός αόριστος
talked out of
παθητική μετοχή
talked out of
Παραδείγματα
She talked him out of quitting his job.
Τον έπεισε να μην παραιτηθεί από τη δουλειά του.



























