to talk out of
Pronunciation
/tˈɔːk ˌaʊɾəv/

Ορισμός και σημασία του "talk out of"στα αγγλικά

to talk out of
[phrase form: talk]
01

αποτρέπω, πείθω να μην κάνει κάτι

to advise someone against doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks out of
ενεστώτα μετοχή
talking out of
απλός αόριστος
talked out of
παθητική μετοχή
talked out of
Παραδείγματα
I was talked out of investing in the dubious scheme.
Με έπεισαν να μην επενδύσω στο αμφίβολο σχέδιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store