Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk out of
[phrase form: talk]
01
αποτρέπω, πείθω να μην κάνει κάτι
to advise someone against doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks out of
ενεστώτα μετοχή
talking out of
απλός αόριστος
talked out of
παθητική μετοχή
talked out of
Παραδείγματα
I was talked out of investing in the dubious scheme.
Με έπεισαν να μην επενδύσω στο αμφίβολο σχέδιο.



























