Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to talk into
[phrase form: talk]
01
πείθω, προτρέπω
to convince someone to do something they do not want to do
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
talk
ενεστώτας
talk into
γ΄ ενικό πρόσωπο
talks into
ενεστώτα μετοχή
talking into
απλός αόριστος
talked into
παθητική μετοχή
talked into
Παραδείγματα
She was able to talk her boss into giving her the opportunity to lead the project.
Κατάφερε να πείσει το αφεντικό της να της δώσει την ευκαιρία να ηγηθεί του έργου.



























