Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Takeout
01
πακέτο, φαγητό για πακέτο
a meal bought from a restaurant or store to be eaten somewhere else
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
takeouts
Παραδείγματα
The takeout from their favorite Chinese restaurant arrived quickly and was still hot.
Το πακέτο από το αγαπημένο τους κινέζικο εστιατόριο έφτασε γρήγορα και ήταν ακόμα ζεστό.
1.1
εστιατόριο πακέτο, εστιατόριο για πακέτο
a restaurant or establishment where food is prepared for customers to eat elsewhere
Παραδείγματα
The café operates both as a takeout and a dine-in.
Το καφέ λειτουργεί τόσο ως takeout όσο και ως χώρος φαγητού στον χώρο.
02
προσφορά αλλαγής χρώματος, προσφορά αλλαγής
a bid signaling to one's partner to choose another suit
Παραδείγματα
Takeout bids help communicate hand distribution.
Οι προσφορές εξόδου βοηθούν στην επικοινωνία της κατανομής του χεριού.
takeout
01
πακέτο, παράδοση
relating to food intended to be eaten away from the restaurant or establishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The café offers takeout sandwiches and drinks.
Το καφέ προσφέρει σάντουιτς και ποτά πακέτο.
Λεξικό Δέντρο
takeout
take
out



























