to take to
take
teɪk
teik
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "take to"στα αγγλικά

to take to
01

αρχίζω να συμπαθώ, αγαπώ

to start to like someone or something 
to take to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take to
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes to
ενεστώτα μετοχή
taking to
απλός αόριστος
took to
παθητική μετοχή
taken to
Παραδείγματα
The team took to the coach's leadership style from the beginning. 

Η ομάδα συμπάθησε το στυλ ηγεσία του προπονητή από την αρχή.

02

αρχίζω να κάνω κάτι τακτικά, αποκτώ τη συνήθεια

to start doing something regularly or habitually 
Παραδείγματα
He took to practicing yoga every morning to help him manage his stress and anxiety. 

Άρχισε να ασκείται στη γιόγκα κάθε πρωί για να τον βοηθήσει να διαχειριστεί το άγχος και την ανησυχία του.

03

αφοσιώνομαι σε, μαθαίνω εύκολα

to learn a skill or activity, often with ease or enthusiasm 
Παραδείγματα
He took to playing the guitar quickly and soon became a skilled musician. 

Ασχολήθηκε γρήγορα με την κιθάρα και σύντομα έγινε ένας επιδέξιος μουσικός.

04

κατευθύνομαι προς, παίρνω το δρόμο για

to enter or move toward a particular location, often with a sense of purpose or intention 
Παραδείγματα
We took the scenic route to the beach. 

Πήραμε την γραφική διαδρομή προς την παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store