Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take to
[phrase form: take]
01
αρχίζω να συμπαθώ, αγαπώ
to start to like someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take to
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes to
ενεστώτα μετοχή
taking to
απλός αόριστος
took to
παθητική μετοχή
taken to
Παραδείγματα
The community took to the charity event, showing overwhelming support.
Η κοινότητα άρχισε να συμπαθεί τη φιλανθρωπική εκδήλωση, δείχνοντας συντριπτική υποστήριξη.
02
αρχίζω να κάνω κάτι τακτικά, αποκτώ τη συνήθεια
to start doing something regularly or habitually
Παραδείγματα
I took to hiking in the mountains during the summer.
Άρχισα να κάνω πεζοπορία στα βουνά το καλοκαίρι.
03
αφοσιώνομαι σε, μαθαίνω εύκολα
to learn a skill or activity, often with ease or enthusiasm
Παραδείγματα
The team took to collaborating seamlessly on the project.
Η ομάδα συνηθίσει να συνεργάζεται απρόσκοπτα στο έργο.
04
κατευθύνομαι προς, παίρνω το δρόμο για
to enter or move toward a particular location, often with a sense of purpose or intention
Παραδείγματα
When they saw the storm clouds moving in, the beachgoers quickly took to their cars to drive to safety.
Όταν είδαν τα σύννεφα της καταιγίδας να πλησιάζουν, οι επισκέπτες της παραλίας γρήγορα κατευθύνθηκαν στα αυτοκίνητά τους για να οδηγήσουν σε ασφαλές μέρος.



























