Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take for
[phrase form: take]
01
θεωρώ, παίρνω για
to see something or someone in a certain way
Complex Transitive: to take for sb sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
for
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take for
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes for
ενεστώτα μετοχή
taking for
απλός αόριστος
took for
παθητική μετοχή
taken for
Παραδείγματα
I take you for an honest person; I trust what you say.
Σε θεωρώ ειλικρινή άτομο· εμπιστεύομαι ό,τι λες.
02
λαμβάνω ως, ερμηνεύω ως
to interpret something with a specific viewpoint or assumption
Complex Transitive: to take for sth sth
Παραδείγματα
She took his silence for agreement during the meeting.
Αυτή πήρε τη σιωπή του για συμφωνία κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
03
εξαπατώ, κοροϊδεύω
to deceive someone, typically in a way that results in financial loss
Ditransitive: to take for sb money or possessions
Παραδείγματα
The fake investment scheme took many unsuspecting investors for thousands of dollars.
Το ψεύτικο σχέδιο επένδυσης εξαπάτησε πολλούς ανυποψίαστους επενδυτές για χιλιάδες δολάρια.



























