Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take for
01
θεωρώ, παίρνω για
to see something or someone in a certain way
Complex Transitive: to take for sb sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
for
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take for
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes for
ενεστώτα μετοχή
taking for
απλός αόριστος
took for
παθητική μετοχή
taken for
Παραδείγματα
I always take my friend for an expert when it comes to computer issues.
Πάντα θεωρώ τον φίλο μου ειδικό όταν πρόκειται για θέματα υπολογιστή.
02
λαμβάνω ως, ερμηνεύω ως
to interpret something with a specific viewpoint or assumption
Complex Transitive: to take for sth sth
Παραδείγματα
The question was taken for a genuine inquiry.
Η ερώτηση λήφθηκε ως γνήσιος έλεγχος.
03
εξαπατώ, κοροϊδεύω
to deceive someone, typically in a way that results in financial loss
Ditransitive: to take for sb money or possessions
Παραδείγματα
The scam artist tried to take me for all my savings with a fake investment scheme.
Ο απατεώνας προσπάθησε να με εξαπατήσει για να πάρει όλες μου τις οικονομίες με ένα ψεύτικο σχέδιο επένδυσης.



























