Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take after
01
μοιάζω, κληρονομώ
to look or act like an older member of the family, especially one's parents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
after
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take after
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes after
ενεστώτα μετοχή
taking after
απλός αόριστος
took after
παθητική μετοχή
taken after
Παραδείγματα
The little girl strongly takes after her mother.
Το μικρό κορίτσι μοιάζει πολύ με τη μητέρα της.
02
ακολουθώ το παράδειγμα, παίρνω παράδειγμα από
to choose someone as an example and follow their behavior or choices
Παραδείγματα
He plans to take after his father, who was a master sergeant in the Marine Corps.
Σχεδιάζει να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του, ο οποίος ήταν ανθυπασπιστής στο Σώμα Πεζοναυτών.
03
ακολουθώ γρήγορα, καταδιώκω
to quickly follow a person
Παραδείγματα
I was afraid that if I started running the man would take after me.
Φοβόμουν ότι αν άρχιζα να τρέχω, ο άνθρωπος θα με ακολουθούσε.



























