Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take after
[phrase form: take]
01
μοιάζω, κληρονομώ
to look or act like an older member of the family, especially one's parents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
after
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take after
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes after
ενεστώτα μετοχή
taking after
απλός αόριστος
took after
παθητική μετοχή
taken after
Παραδείγματα
The teenager takes after his older brother in fashion sense.
Ο έφηβος μοιάζει με τον μεγαλύτερο αδελφό του στο γούστο μόδας.
02
ακολουθώ το παράδειγμα, παίρνω παράδειγμα από
to choose someone as an example and follow their behavior or choices
Παραδείγματα
She has always admired her older sister and tries to take after her in everything she does.
Πάντα θαύμαζε την μεγαλύτερη αδελφή της και προσπαθεί να ακολουθήσει το παράδειγμά της σε ό,τι κάνει.
03
ακολουθώ γρήγορα, καταδιώκω
to quickly follow a person
Παραδείγματα
The excited children took after the clown at the birthday party.
Τα ενθουσιασμένα παιδιά ακολούθησαν γρήγορα τον κλόουν στο πάρτι γενεθλίων.



























