Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take aback
01
εκπλήσσω, συγχύζω
to surprise someone so much that they are unable to react quickly
Transitive: to take aback sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aback
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take aback
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes aback
ενεστώτα μετοχή
taking aback
απλός αόριστος
took aback
παθητική μετοχή
taken aback
Παραδείγματα
The startling revelation in the investigation report took the committee aback.
Η εκπληκτική αποκάλυψη στην έκθεση της έρευνας προξένησε έκπληξη στην επιτροπή.



























