to take aback
Pronunciation
/tˈeɪk ɐbˈæk/

Ορισμός και σημασία του "take aback"στα αγγλικά

to take aback
01

εκπλήσσω, συγχύζω

to surprise someone so much that they are unable to react quickly
Transitive: to take aback sb
to take aback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aback
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take aback
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes aback
ενεστώτα μετοχή
taking aback
απλός αόριστος
took aback
παθητική μετοχή
taken aback
Παραδείγματα
The startling revelation in the investigation report took the committee aback.
Η εκπληκτική αποκάλυψη στην έκθεση της έρευνας προξένησε έκπληξη στην επιτροπή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store