Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take aback
01
εκπλήσσω, συγχύζω
to surprise someone so much that they are unable to react quickly
Transitive: to take aback sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aback
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take aback
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes aback
ενεστώτα μετοχή
taking aback
απλός αόριστος
took aback
παθητική μετοχή
taken aback
Παραδείγματα
The unexpected news took her aback, and she couldn't respond immediately.
Τα απρόσμενα νέα την προσέκρουσαν, και δεν μπόρεσε να απαντήσει αμέσως.



























