to take aback
take
teɪk
teik
a
ə
ē
back
ˈbæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "take aback"στα αγγλικά

to take aback
01

εκπλήσσω, συγχύζω

to surprise someone so much that they are unable to react quickly 
Transitive: to take aback sb
to take aback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aback
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take aback
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes aback
ενεστώτα μετοχή
taking aback
απλός αόριστος
took aback
παθητική μετοχή
taken aback
Παραδείγματα
The unexpected news took her aback, and she couldn't respond immediately. 

Τα απρόσμενα νέα την προσέκρουσαν, και δεν μπόρεσε να απαντήσει αμέσως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store