Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Big time
01
κορυφή, μεγάλα λιγκ
the highest and most successful level in a profession, particularly in entertainment field
Παραδείγματα
Winning the talent competition was his ticket to the big time, opening doors to major industry opportunities.
Η νίκη στο διαγωνισμό ταλέντων ήταν το εισιτήριό του για τη μεγάλη σκηνή, ανοίγοντας πόρτες σε μεγάλες ευκαιρίες στη βιομηχανία.
big time
01
μεγάλο, σοβαρά
to a great extent; very much or severely
Παραδείγματα
He got promoted big time after leading the project successfully.
Προάχθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά την επιτυχημένη ηγεσία του έργου.



























