big time
big
bɪg
big
time
taɪm
taim
big-time
bigtime

Ορισμός και σημασία του "big time"στα αγγλικά

01

κορυφή, μεγάλα λιγκ

the highest and most successful level in a profession, particularly in entertainment field 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After years of playing in small clubs, the band finally made it to the big time with their hit single. 

Μετά από χρόνια παιξίματος σε μικρά κλαμπ, το συγκρότημα τελικά έφτασε στην κορυφή με το hit single τους.

01

μεγάλο, σοβαρά

to a great extent; very much or severely 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He messed up big time. 

Τα έκανε μεγάλο μούσκεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store