Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Big spender
01
μεγαλοδάπανος, σπαταληρός
a person who tends to recklessly spend money for the sake of entertainment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
big spenders
Παραδείγματα
He’s known as a big spender in the city, always buying expensive cars and jewelry.
Είναι γνωστός ως ένας μεγάλος σπαταλητής στην πόλη, πάντα αγοράζει ακριβά αυτοκίνητα και κοσμήματα.



























