big spender
big
ˈbɪg
big
spen
spɛn
spen
der

Ορισμός και σημασία του "big spender"στα αγγλικά

01

μεγαλοδάπανος, σπαταληρός

a person who tends to recklessly spend money for the sake of entertainment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
big spenders
Παραδείγματα
He’s known as a big spender in the city, always buying expensive cars and jewelry. 

Είναι γνωστός ως ένας μεγάλος σπαταλητής στην πόλη, πάντα αγοράζει ακριβά αυτοκίνητα και κοσμήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store