big spender
Pronunciation
/bˈɪɡ spˈɛndɚ/

Ορισμός και σημασία του "big spender"στα αγγλικά

01

μεγαλοδάπανος, σπαταληρός

a person who tends to recklessly spend money for the sake of entertainment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
big spenders
Παραδείγματα
He does n’t mind being labeled a big spender; he enjoys the finer things in life.
Δεν τον πειράζει να τον χαρακτηρίζουν μεγάλο σπατάλο· απολαμβάνει τα καλύτερα πράγματα στη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store