Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Big spender
01
μεγαλοδάπανος, σπαταληρός
a person who tends to recklessly spend money for the sake of entertainment
Παραδείγματα
He does n’t mind being labeled a big spender; he enjoys the finer things in life.
Δεν τον πειράζει να τον χαρακτηρίζουν μεγάλο σπατάλο· απολαμβάνει τα καλύτερα πράγματα στη ζωή.



























