tailoring
Pronunciation
/ˈteɪɫɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "tailoring"στα αγγλικά

01

ράπτικη, κατασκευή ρούχων

the occupation, skill, or work of a tailor, involving making, altering, or repairing clothes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He learned tailoring from his father, who was a master tailor.
Έμαθε ραφτική από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν μάστορας ράφτης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store