Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tailor-make
01
φτιάχνω κατά παραγγελία, προσαρμόζω σύμφωνα με τις ανάγκες
to make or adapt something specifically to fit an individual's needs or requirements, especially in relation to clothing or other bespoke items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tailor-make
γ΄ ενικό πρόσωπο
tailor-makes
ενεστώτα μετοχή
tailor-making
απλός αόριστος
tailor-made
παθητική μετοχή
tailor-made
02
κατασκευάζω σύμφωνα με τις προδιαγραφές, προσαρμόζω σύμφωνα με τις προδιαγραφές
make to specifications



























