tailor-made
tai
teɪ
tei
lor
made
meɪd
meid

Ορισμός και σημασία του "tailor-made"στα αγγλικά

01

κατασκευασμένο ειδικά, φτιαγμένο κατά παραγγελία

clothing that is specially prepared for a specific person 
tailor-made definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
tailor-made
01

ραμμένο στα μέτρα, κατασκευασμένο ειδικά

(of clothing) made with care and style by a tailor for a particular customer 
tailor-made definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tailor-made
συγκριτικός βαθμός
more tailor-made
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, customization, quality
Παραδείγματα
He wore a tailor-made suit for the wedding, ensuring it fit perfectly. 

Φόρεσε ένα κατασκευασμένο ειδικά κοστούμι για το γάμο, διασφαλίζοντας ότι ταίριαζε τέλεια.

02

εξατομικευμένο, προσαρμοσμένο

designed or created for a particular person or purpose 
Παραδείγματα
The company offers tailor-made solutions to meet the unique needs of its clients. 

Η εταιρεία προσφέρει προσαρμοσμένες λύσεις για να καλύψει τις μοναδικές ανάγκες των πελατών της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store