Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tailgate
01
πίσω πόρτα, ουραία πόρτα
the rear door of a car, truck, or van that can be opened downwards when loading or unloading goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tailgates
Παραδείγματα
He opened the tailgate of his pickup truck to unload bags of soil for the garden.
Άνοιξε το tailgate του pickup του για να ξεφορτώσει σακιά με χώμα για τον κήπο.
to tailgate
01
κολλάω, ακολουθώ πολύ κοντά
to follow another vehicle too closely, not maintaining a safe distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tailgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
tailgates
ενεστώτα μετοχή
tailgating
απλός αόριστος
tailgated
παθητική μετοχή
tailgated
Παραδείγματα
He got a ticket for tailgating the car in front of him.
Πήρε κλήση γιατί ακολουθούσε πολύ κοντά το αυτοκίνητο μπροστά του.
Λεξικό Δέντρο
tailgate
tail
gate



























