tailgate
Pronunciation
/ˈteɪɫˌɡeɪt/

Ορισμός και σημασία του "tailgate"στα αγγλικά

01

πίσω πόρτα, ουραία πόρτα

the rear door of a car, truck, or van that can be opened downwards when loading or unloading goods
tailgate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tailgates
Παραδείγματα
She closed the tailgate of her hatchback after loading groceries into the trunk.
Έκλεισε την πίσω πόρτα του hatchback της αφού φόρτωσε τα ψώνια στο πορτμπαγκάζ.
to tailgate
01

κολλάω, ακολουθώ πολύ κοντά

to follow another vehicle too closely, not maintaining a safe distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tailgate
γ΄ ενικό πρόσωπο
tailgates
ενεστώτα μετοχή
tailgating
απλός αόριστος
tailgated
παθητική μετοχή
tailgated
Παραδείγματα
She felt nervous when a truck started to tailgate her on the highway.
Αισθάνθηκε νευρική όταν ένα φορτηγό άρχισε να ακολουθεί πολύ κοντά στην εθνική οδό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store