Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tai
01
Τάι, η γλώσσα Τάι
the most widespread and best known of the Kadai family of languages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
Ένας Ταϊλανδός, Μία Ταϊλανδέζα
a native or inhabitant of Thailand
tai
01
ταϊλανδικός
of or relating to the languages of the Thai people
02
ταϊλανδικός, σχετικός με την Ταϊλάνδη
of or relating to or characteristic of Thailand or its people
03
ταϊλανδικός, σχετικός με την Ταϊλάνδη
of or relating to Thailand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























