a tad
a
a
α
tad
tæd
ταιντ
/ɐ tˈad/

Ορισμός και σημασία του "a tad"στα αγγλικά

01

λίγο, ελαφρώς

to a small amount or extent
Παραδείγματα
He adjusted the thermostat a tad higher to warm up the room.
Προσάρμοσε τον θερμοστάτη λίγο πιο ψηλά για να ζεστάνει το δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store