T-shirt
T
ti:ʃɜ:t
tishēt
shirt
tee shirt

Ορισμός και σημασία του "T-shirt"στα αγγλικά

01

μπλουζάκι, φανελάκι

a casual short-sleeved shirt with no collar, usually made of cotton 
T-shirt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
T-shirts
Παραδείγματα
I spilled ketchup on my T-shirt while eating lunch. 

Έχυσα κέτσαπ στο μπλουζάκι μου ενώ έτρωγα μεσημεριανό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store