syrup
sy
ˈsɪ
si
rup
rəp
rēp
sirup

Ορισμός και σημασία του "syrup"στα αγγλικά

01

σιρόπι, μελάσα

a thick sweet liquid made with sugar that is often used as a sauce 
syrup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He drizzled syrup over his waffles, creating a delicious breakfast. 

Έριξε σιρόπι πάνω στα βάφλ του, δημιουργώντας ένα νόστιμο πρωινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store