synonym
sy
ˈsɪ
si
no
nym
nɪm
nim
syn

Ορισμός και σημασία του "synonym"στα αγγλικά

01

συνώνυμο, ισοδύναμο

a word or phrase that has the same or nearly the same meaning as another word or phrase in the same language 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
synonyms
Παραδείγματα
"Happy"" is a synonym for "joyful." 

Συνώνυμο είναι μια λέξη που έχει την ίδια ή σχεδόν την ίδια σημασία με μια άλλη λέξη στην ίδια γλώσσα.

Λεξικό Δέντρο

synonymist
synonymity
synonymous
synonym
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store