Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
symptomatic
01
συμπτωματικός, χαρακτηριστικός
displaying signs typical of a particular disease or medical condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Chest pain can be symptomatic of heart problems.
Ο πόνος στο στήθος μπορεί να είναι συμπτωματικός για προβλήματα καρδιάς.
02
συμπτωματικός, καταδεικτικός
showing that something exists or is likely to happen, especially a negative situation
Παραδείγματα
His lateness is symptomatic of poor time management.
Η αργοπορία του είναι συμπτωματική κακής διαχείρισης χρόνου.
Λεξικό Δέντρο
presymptomatic
symptomatic
symptom



























