Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
symptomatic
01
συμπτωματικός, χαρακτηριστικός
displaying signs typical of a particular disease or medical condition
Παραδείγματα
The rash is symptomatic of an allergic reaction.
Το εξάνθημα είναι συμπτωματικό μιας αλλεργικής αντίδρασης.
02
συμπτωματικός, καταδεικτικός
showing that something exists or is likely to happen, especially a negative situation
Παραδείγματα
The drop in sales is symptomatic of a broader trend.
Η πτώση των πωλήσεων είναι συμπτωματική μιας ευρύτερης τάσης.
Λεξικό Δέντρο
presymptomatic
symptomatic
symptom



























