Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Symmetricalness
01
συμμετρία, συμμετρικότητα
(mathematics) an attribute of a shape or relation; exact reflection of form on opposite sides of a dividing line or plane
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
symmetricalnesses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
symmetricalness
symmetrical
symmetric
symmetry



























