Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to symbolize
01
συμβολίζω
to represent a more important or hidden meaning
Transitive: to symbolize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
symbolize
γ΄ ενικό πρόσωπο
symbolizes
ενεστώτα μετοχή
symbolizing
απλός αόριστος
symbolized
παθητική μετοχή
symbolized
Παραδείγματα
The golden key that opened the mysterious chest symbolized the discovery of hidden knowledge in the ancient legend.
Το χρυσό κλειδί που άνοιξε το μυστηριώδες σεντούκι συμβόλιζε την ανακάλυψη της κρυφής γνώσης στον αρχαίο θρύλο.
02
συμβολίζω
to convey meaning, ideas, or entities through the use of symbols
Transitive: to symbolize a concept
Παραδείγματα
The artist symbolizes purity and enlightenment in her latest series of paintings.
Η καλλιτέχνης συμβολίζει την αγνότητα και τον διαφωτισμό στη νεότερη σειρά ζωγραφικών της.
Λεξικό Δέντρο
symbolizer
symbolizing
symbolize
symbol



























