syllepsis
sy
si
llep
ˈlɛp
lep
sis
sɪs
sis
prolepsisparalepsisantisepsismetalepsis
syllepses

Ορισμός και σημασία του "syllepsis"στα αγγλικά

01

συλληψη, ρητορική φιγούρα όπου μια λέξη χρησιμοποιείται στην ίδια πρόταση με δύο ή περισσότερες άλλες λέξεις

a figure of speech where a word is used in the same sentence with two or more other words, but with different meanings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
syllepses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store