Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bicycle seat
01
σέλα ποδηλάτου, κάθισμα ποδηλάτου
a seat for the rider of a bicycle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bicycle seats
LanGeek



























