swelled head
swelled
swɛld
σουελντ
head
hɛd
χεντ
swollen head

Ορισμός και σημασία του "swelled head"στα αγγλικά

01

φουσκωμένο εγώ, υπερηφάνεια

a sense of high self-esteem or self-importance that one has 
Dialectbritish flagBritish
swelled head definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
swelled heads
Παραδείγματα
Ever since he got promoted, he's had a swelled head. 

Από τότε που προήχθη, έχει φουσκωμένο εγώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store