Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sweepstakes
01
κλήρωση, λαχείο
a type of contest or promotion in which entrants are selected at random to win a prize or prizes, often without any purchase or payment required to enter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sweepstakes
Παραδείγματα
He found a coupon inside his cereal box that entered him into a sweepstakes.
Βρήκε ένα κουπόνι μέσα στο κουτί των δημητριακών του που τον κατέγραψε σε ένα κλήρωση.
Λεξικό Δέντρο
sweepstakes
sweep
stakes



























