Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swallowtail
01
φράκο, σακάκι με μακριές ουρές
a man's full-dress jacket with two long tapering tails at the back
02
χελιδονόουρα, πεταλούδα χελιδονόουρα
a term used to refer to several species of butterflies known for their distinctive, elongated hindwings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swallowtails
Λεξικό Δέντρο
swallowtail
swallow
tail



























