sutra
sut
ˈsʌt
σατ
ra
rə
ρα
sudrasuprasutura

Ορισμός και σημασία του "sutra"στα αγγλικά

01

σούτρα, αφορισμός

a short rule, saying, or summary of teachings in Sanskrit literature 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sutras
Παραδείγματα
The student memorized a sutra for the lesson. 

Ο μαθητής απομνημόνευσε ένα σούτρα για το μάθημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store