Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sustainable
01
βιώσιμος, διαρκής
able to continue for a long period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sustainable
συγκριτικός βαθμός
more sustainable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city invested in sustainable transportation options like bike lanes and public transit to reduce traffic congestion.
Η πόλη επένδυσε σε βιώσιμες επιλογές μεταφοράς όπως ποδηλατοδρόμους και δημόσια συγκοινωνία για να μειώσει την κυκλοφοριακή συμφόρηση.
02
βιώσιμος, φιλικός προς το περιβάλλον
using natural resources in a way that causes no harm to the environment
Παραδείγματα
Communities adopt sustainable water management to preserve resources.
Οι κοινότητες υιοθετούν βιώσιμη διαχείριση του νερού για τη διατήρηση των πόρων.
Λεξικό Δέντρο
sustainability
sustainably
unsustainable
sustainable
sustain



























