Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sustainable
01
βιώσιμος, διαρκής
able to continue for a long period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sustainable
συγκριτικός βαθμός
more sustainable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
environment, development, systems
Παραδείγματα
Her study habits were not sustainable, leading to burnout before exams.
Οι συνήθειες μελέτης της δεν ήταν βιώσιμες, οδηγώντας σε εξάντληση πριν από τις εξετάσεις.
02
βιώσιμος, φιλικός προς το περιβάλλον
using natural resources in a way that causes no harm to the environment
Παραδείγματα
The farm practices sustainable agriculture.
Το αγρόκτημα ασκεί βιώσιμη γεωργία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sustainability
sustainably
unsustainable
sustainable
sustain



























