Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sustainability
01
βιωσιμότητα, διαρκή ανάπτυξη
the capacity to be maintained for a long time and causing no harm to the environment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Sustainability in agriculture ensures soil health for future generations.
Η βιωσιμότητα στη γεωργία διασφαλίζει την υγεία του εδάφους για τις μελλοντικές γενιές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sustainability
sustainable
sustain



























