sustainability
Pronunciation
/səˌsteɪnəˈbɪɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "sustainability"στα αγγλικά

Sustainability
01

βιωσιμότητα, διαρκή ανάπτυξη

the capacity to be maintained for a long time and causing no harm to the environment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Educating communities about sustainability promotes responsible water use.
Η εκπαίδευση των κοινοτήτων σχετικά με τη βιωσιμότητα προωθεί την υπεύθυνη χρήση του νερού.

Λεξικό Δέντρο

sustainability
sustainable
sustain
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store