acorn
a
ˈeɪ
ei
corn
kɔ:n
kawn
adorn

Ορισμός και σημασία του "acorn"στα αγγλικά

01

βελανιδιά, καρπός της δρυός

a small, nut-like seed produced by oak trees, typically characterized by its cap and potential to grow into a new oak tree 
acorn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acorns
Παραδείγματα
They watched as squirrels busily gathered acorns, storing them away for the winter. 

Παρακολουθούσαν τα σκίουρα να μαζεύουν πρόθυμα βελανιδιές, τις αποθηκεύοντας για το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store