Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beyond doubt
01
in a way that is absolutely certain and cannot be questioned
Παραδείγματα
Her dedication to her work was beyond doubt, as she consistently delivered exceptional results.
beyond doubt
01
αναμφίβολος, αδιαμφισβήτητος
so clear or certain that there is no room for doubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His talent is beyond doubt, as shown by his achievements.
Το ταλέντο του είναι αναμφισβήτητο, όπως δείχνουν τα επιτεύγματά του.



























