Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surcharge
01
πρόσθετη χρέωση, πρόστιμο
an additional charge (as for items previously omitted or as a penalty for failure to exercise common caution or common skill)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surcharges
to surcharge
01
αναγράφω, καταχωρώ
show an omission in (an account) for which credit ought to have been given
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
surcharge
γ΄ ενικό πρόσωπο
surcharges
ενεστώτα μετοχή
surcharging
απλός αόριστος
surcharged
παθητική μετοχή
surcharged
02
υπερφορτώνω, υπερφορτώνω
fill to an excessive degree
03
υπερφορτώνω, φορτώνω υπερβολικά
place too much a load on
04
υπερτυπώνω, επανεκτυπώνω
print a new denomination on a stamp or a banknote
05
γεμίζω ασφυκτικά, σφυρηλατώ
fill to capacity with people
06
εξαπατώ, κλέβω
rip off; ask an unreasonable price
07
επιβάλλω επιβάρυνση, χρεώνω επιπλέον τέλος
charge an extra fee, as for a special service
Λεξικό Δέντρο
surcharge
sur
charge



























