suppressor
Pronunciation
/səˈpɹɛsɝ/
Suppresser

Ορισμός και σημασία του "suppressor"στα αγγλικά

01

καταστολέας, ηλεκτρική συσκευή για την καταστολή ανεπιθύμητων ρευμάτων

an electrical device for suppressing unwanted currents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suppressors
02

καταστολέας, γονίδιο καταστολέα

a gene that suppresses the phenotypic expression of another gene (especially of a mutant gene)
03

κατασταλτικός, αναστολέας

someone who suppresses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store