Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supposedly
01
υποτίθεται, φαίνεται
used to suggest that something is assumed to be true, often with a hint of doubt
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She was supposedly the last person to leave the building, according to eyewitnesses.
Κατά τους αυτόπτες μάρτυρες, υποτίθεται ότι ήταν το τελευταίο άτομο που έφυγε από το κτίριο.
Λεξικό Δέντρο
supposedly
supposed
suppose



























