Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supple
01
εύκαμπτος, ευλύγιστος
slender and flexible, able to bend or move smoothly and with elegance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
supplest
συγκριτικός βαθμός
suppler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cat 's supple leap carried it to the top shelf.
Το εύκαμπτο άλμα της γάτας το μετέφερε στο πάνω ράφι.
02
εύκαμπτος, ευλύγιστος
physically capable of bending, stretching, or moving freely without stiffness
Παραδείγματα
A supple spine is key to good posture.
Μια εύκαμπτη σπονδυλική στήλη είναι το κλειδί για μια καλή στάση σώματος.
03
εύκαμπτος, προσαρμοστικός
easily adaptable in attitude, approach, or thinking
Παραδείγματα
His supple personality made him easy to work with.
Η εύκαμπτη προσωπικότητά του τον έκανε εύκολο στη συνεργασία.
to supple
01
κάνω εύκαμπτο, μαλακώνω
to make something soft, pliable, and able to bend or move easily without breaking
Transitive: to supple sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supple
γ΄ ενικό πρόσωπο
supples
ενεστώτα μετοχή
suppling
απλός αόριστος
suppled
παθητική μετοχή
suppled
Παραδείγματα
He worked the clay to supple it for sculpting.
Δούλεψε τον πηλό για να τον κάνει εύκαμπτο για γλυπτική.
Λεξικό Δέντρο
suppleness
supple



























