supple
su
ˈsʌ
sa
pple
pəl
pēl
decoupleuncouple

Ορισμός και σημασία του "supple"στα αγγλικά

01

εύκαμπτος, ευλύγιστος

slender and flexible, able to bend or move smoothly and with elegance 
supple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
supplest
συγκριτικός βαθμός
suppler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dancer's supple movements held the audience spellbound. 

Οι εύκαμπτες κινήσεις της χορεύτριας κράτησαν το κοινό μαγεμένο.

02

εύκαμπτος, ευλύγιστος

physically capable of bending, stretching, or moving freely without stiffness 
Παραδείγματα
Regular stretching kept the athlete's muscles supple. 

Η τακτική τέντωμα διατηρούσε τους μύες του αθλητή εύκαμπτους.

03

εύκαμπτος, προσαρμοστικός

easily adaptable in attitude, approach, or thinking 
Παραδείγματα
Her supple mind embraced new ideas quickly. 

Το εύκαμπτο μυαλό της αγκάλιασε γρήγορα νέες ιδέες.

to supple
01

κάνω εύκαμπτο, μαλακώνω

to make something soft, pliable, and able to bend or move easily without breaking 
Transitive: to supple sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supple
γ΄ ενικό πρόσωπο
supples
ενεστώτα μετοχή
suppling
απλός αόριστος
suppled
παθητική μετοχή
suppled
Παραδείγματα
The craftsman suppled the leather before shaping it into a bag. 

Ο τεχνίτης έκανε εύκαμπτο το δέρμα πριν το διαμορφώσει σε τσάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store