Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Supermarket
01
σούπερ μάρκετ, υπερμάρκετ
a large store that we can go to and buy food, drinks and other things from
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
supermarkets
Παραδείγματα
He works as a cashier at the supermarket, scanning and bagging customers' items.
Εργάζεται ως ταμίας στο σούπερ μάρκετ, σκαναρίζοντας και συσκευάζοντας τα αντικείμενα των πελατών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
supermarket
super
market



























