supermarket
Pronunciation
/ˈsuːpɚˌmɑːrkɪt/

Ορισμός και σημασία του "supermarket"στα αγγλικά

01

σούπερ μάρκετ, υπερμάρκετ

a large store that we can go to and buy food, drinks and other things from
supermarket definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
supermarkets
Παραδείγματα
We use reusable bags when shopping at the supermarket to reduce plastic waste.
Χρησιμοποιούμε επαναχρησιμοποιήσιμες σακούλες όταν ψωνίζουμε στο σούπερ μάρκετ για να μειώσουμε τα πλαστικά απόβλητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store