bewhiskered
Pronunciation
/bɪwˈɪskɚd/

Ορισμός και σημασία του "bewhiskered"στα αγγλικά

bewhiskered
01

γενειοφόρος, με φαβορίτες

having hair on the cheeks and chin
bewhiskered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bewhiskered
συγκριτικός βαθμός
more bewhiskered
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store