Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to superintend
01
εποπτεύω, διαχειρίζομαι
to oversee or manage a process or operation, especially in an administrative or executive role
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
superintend
γ΄ ενικό πρόσωπο
superintends
ενεστώτα μετοχή
superintending
απλός αόριστος
superintended
παθητική μετοχή
superintended
Παραδείγματα
The construction foreman superintended the building project.
Ο εργοδηγός επέβλεπε το οικοδομικό έργο.



























