Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superego
01
υπερεγώ
(psychology) the part of the mind that is only partly conscious, representing social norms learned from the parents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
superego
super
ego



























