to bevel
be
ˈbɛ
be
vel
vəl
vēl
bezelbetel

Ορισμός και σημασία του "bevel"στα αγγλικά

to bevel
01

λοξοτομώ, γωνιάζω

to cut or shape the edge of a material at an angle other than a right angle, typically for joining or decorative purposes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bevel
γ΄ ενικό πρόσωπο
bevels
ενεστώτα μετοχή
beveling
απλός αόριστος
beveled
παθητική μετοχή
beveled
Παραδείγματα
The carpenter carefully bevels the edges of the wooden boards to create a smooth and angled joint. 

Ο ξυλουργός λοξεύει προσεκτικά τις άκρες των ξύλινων σανίδων για να δημιουργήσει μια ομαλή και γωνιακή άρθρωση.

01

γωνιόμετρο, μοβί

a hand tool consisting of two rules that are hinged together so you can draw or measure angles of any size 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bevels
02

λοξότμηση, πλαγιοτόμηση

two surfaces meeting at an angle different from 90 degrees 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store