superannuated
su
ˌsju:
syoo
pe
ra
ˈræ
nnua
njueɪ
nyooei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "superannuated"στα αγγλικά

superannuated
01

παρωχημένος, απαρχαιωμένος

old or no longer useful or fashionable, often replaced by newer alternatives 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most superannuated
συγκριτικός βαθμός
more superannuated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
age, utility, technology
Παραδείγματα
The superannuated typewriter was collecting dust in the corner of the office. 

Η παρωχημένη γραφομηχανή συγκέντρωνε σκόνη στη γωνία του γραφείου.

02

παρωχημένος, απαρχαιωμένος

too old to be useful 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

superannuated
superannuate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store