Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
superannuated
01
παρωχημένος, απαρχαιωμένος
old or no longer useful or fashionable, often replaced by newer alternatives
Παραδείγματα
Her superannuated flip phone looked out of place in a world dominated by smartphones.
Το αναδιπλούμενο τηλέφωνό της φαινόταν ασύμβατο σε έναν κόσμο που κυριαρχούν τα smartphones.
02
παρωχημένος, απαρχαιωμένος
too old to be useful
Λεξικό Δέντρο
superannuated
superannuate



























