Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to superannuate
01
κηρύσσω παρωχημένο, θεωρώ παρωχημένο
declare to be obsolete
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
superannuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
superannuates
ενεστώτα μετοχή
superannuating
απλός αόριστος
superannuated
παθητική μετοχή
superannuated
02
συνταξιοδοτώ, προωρώ σε σύνταξη
to retire someone because of age or physical inability, often with a pension
Παραδείγματα
He continued working even after the age most people would be superannuated, driven by his passion for the job.
Συνέχισε να εργάζεται ακόμη και μετά την ηλικία που οι περισσότεροι άνθρωποι θα είχαν συνταξιοδοτηθεί, οδηγούμενος από το πάθος του για τη δουλειά.
03
σουπεραννυάτε, χορεύω με γρήγορους και αργούς βηματισμούς σουπεραννυάτε
a ballroom dance with both quick and slow steps
04
συνταξιοδοτούμαι, γίνομαι ακατάλληλος λόγω ηλικίας ή αδυναμίας
retire or become ineligible because of old age or infirmity
05
γίνομαι απαρχαιωμένος, βγαίνω από τη χρήση
become obsolete
Λεξικό Δέντρο
superannuated
superannuation
superannuate



























