to superannuate
su
ˌsju:
syoo
pe
ra
ˈræ
nnuate
njueɪt
nyooeit

Ορισμός και σημασία του "superannuate"στα αγγλικά

to superannuate
01

κηρύσσω παρωχημένο, θεωρώ παρωχημένο

declare to be obsolete 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
superannuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
superannuates
ενεστώτα μετοχή
superannuating
απλός αόριστος
superannuated
παθητική μετοχή
superannuated
02

συνταξιοδοτώ, προωρώ σε σύνταξη

to retire someone because of age or physical inability, often with a pension 
Παραδείγματα
Due to her health complications, she was superannuated earlier than she had planned. 

Λόγω των επιπλοκών της υγείας της, συνταξιοδοτήθηκε νωρίτερα από όσο είχε προγραμματίσει.

03

σουπεραννυάτε, χορεύω με γρήγορους και αργούς βηματισμούς σουπεραννυάτε

a ballroom dance with both quick and slow steps 
04

συνταξιοδοτούμαι, γίνομαι ακατάλληλος λόγω ηλικίας ή αδυναμίας

retire or become ineligible because of old age or infirmity 
05

γίνομαι απαρχαιωμένος, βγαίνω από τη χρήση

become obsolete 

Λεξικό Δέντρο

superannuated
superannuation
superannuate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store