sunlight
sun
ˈsʌn
san
light
laɪt
lait
sunlit

Ορισμός και σημασία του "sunlight"στα αγγλικά

01

φως του ήλιου, ηλιακές ακτίνες

the natural light coming from the sun 
sunlight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The sunlight streamed through the windows, filling the room with warmth. 

Το φως του ήλιου έρεε μέσα από τα παράθυρα, γεμίζοντας το δωμάτιο με ζεστασιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store