Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Summertime
01
καλοκαίρι, θερινή εποχή
the warmest season of the year; in the northern hemisphere it extends from the summer solstice to the autumnal equinox
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























